|
Η αρχαία Μεσσήνη είναι μια από τις σημαντικές πόλεις της αρχαιότητας, σε μέγεθος, μορφή και διατήρηση, που έχει ακόμη πολλά να προσφέρει. Δεν διαθέτει μόνον ιερά και δημόσια οικοδομήματα, αλλά και οχυρώσεις επιβλητικές και κατοικίες και ταφικά μνημεία. Διαθέτει, εκτός των άλλων, το σπάνιο προνόμιο να μην έχει καταστραφεί ή καλυφθεί από νεότερους οικισμούς και να βρίσκεται σε ένα κατ’ εξοχήν μεσογειακό αλώβητο φυσικό περιβάλλον. Το φυσικό αυτό περιβάλλον συνδυάζει την ορεινή μεγαλοπρέπεια των Δελφών και τη χαμηλή παραποτάμια γαλήνη της Ολυμπίας, με τον δεσπόζοντα γυμνό ασβεστολιθικό όγκο της Ιθώμης, όπου δεσπόζει η ακρόπολη, και η χαμηλή εύφορη κοιλάδα γύρω από την αρχαία πόλη.
Την προστάτευε, από τα βορειοανατολικά, σαν φυσικό τείχος το όρος Ιθώμη. Την υπόλοιπη πόλη περιτριγύριζαν πανίσχυρα τείχη μήκους περίπου 9,5 χλμ, που μπορεί κανείς να τα θαυμάσει ακόμα και σήμερα. Η Αρκαδική με κυκλικό σχήμα διαμέτρου 16,5μ, φέρει δύο εισόδους, μια διπλή εσωτερική και μια εξωτερική. Αποτελεί κατασκευή μνημειακών διαστάσεων, χτισμένη με ασβεστολιθικές ορθογώνιες πέτρες τεραστίων διαστάσεων, που προκαλούν δέος στον επισκέπτη. Η Λακωνική και ανατολική πύλη που όμως καταστράφηκε όταν ανοίχθηκε ο δρόμος προς τη νέα Ιερά Μονή Βουλκάνου.
Όλα τα οικοδομήματα της Μεσσήνης έχουν τον ίδιο προσανατολισμό και εντάσσονται στο πολεοδομικό σύστημα που είναι γνωστό ως ιπποδάμειο. Η βασική ιδέα του ιπποδάμειου πολεοδομικού συστήματος που πηγάζει από το ιδεώδες της δημοκρατίας είναι: όλοι οι πολίτες να έχουν ισομεγέθη και εξίσου κατάλληλα οικόπεδα και να έχουν πρόσβαση στα δημόσια και ιερά οικοδομήματα, στους κοινόχρηστους δηλαδή χώρους, που επιβάλλονται με τις μνημειακές τους διαστάσεις και τον πλούσιο διάκοσμο. Αξιοσημείωτο είναι ότι το προκαθορισμένο αυτό σχήμα, προσαρμοζόταν κάθε φορά στις ειδικές γεωμορφολογικές και κλιματολογικές συνθήκες του τόπου, ενταγμένο αρμονικά στο φυσικό περιβάλλον. Στη γενική δομή της είναι ένας οικισμός με γεωργικό και εμπορικό χαρακτήρα, με κλειστή οικονομία, πόλη-κράτος με κοινή θρησκεία και αντίληψη ζωής. Πάνω σε αυτές ακριβώς τις αρχές οικοδομήθηκε το 369 π.Χ. από τον Θηβαίο Επαμεινώνδα και τους Αργείους συμμάχους του, μετά τη νίκη του επί των Σπαρτιατών στη μάχη των Λεύκτρων και την εισβολή του στη Λακωνία, η νέα πρωτεύουσα της αυτόνομης Μεσσηνίας, που οφείλει το όνομα της στην πρώτη μυθική προδωρική βασίλισσα της χώρας, τη Μεσσήνη, κόρη του αργείου βασιλιά Τρίοπα και σύζυγο του Λάκωνα Πολυκάονος.
Ο Επαμεινώνδας απελευθέρωσε τη Μεσσηνία από τη σπαρτιατική επιρροή και επέλεξε τους πρόποδες του όρους Ιθώμη για να χτίσει την πρωτεύουσα των ελεύθερων Μεσσηνίων. Χτίστηκε σχεδόν ταυτόχρονα με την αρκαδική Μεγαλόπολη, ώστε να αποκλειστεί η Σπάρτη από εχθρικά κράτη και να εκλείψει η επιρροή της έξω από τη Λακωνική. Κατά τον 4ον αιώνα π.Χ υπήρξε μια μοναδικής ακτινοβολίας πόλη. Η πόλη παρέμεινε το πολιτιστικό κέντρο της Μεσσηνίας μέχρι το 395, όταν η επιδρομή των Γότθων του Αλάριχου υποτίθεται πως έδωσε το αποφασιστικό πλήγμα στην πόλη. Τότε οι λιγοστοί πια κάτοικοί της θα άρχισαν να εγκαθίστανται σε ασφαλέστερους οικισμούς και η θέση να ερημώνεται.
Οι πρώτες περιορισμένες ανασκαφικές έρευνες ξεκίνησαν το 1831 από γαλλική αποστολή. Η Ελληνική Αρχαιολογική Εταιρεία άρχισε την ανασκαφή των κυριότερων δημόσιων οικοδομημάτων της αγοράς το 1895 με τον Θεμιστοκλή Σοφούλη. Οι ανασκαφές συνεχίστηκαν το 1909 και το 1925 από τον Γεώργιο Oικονόμο. Από το 1957 κ.ε., η ανασκαφή γινόταν τακτικά κάθε καλοκαίρι από τον ακαδημαϊκό Αναστάσιο Ορλάνδο. Mε τις ανασκαφές του ίδιου και των προκατόχων του ήλθε στο φως το μεγαλύτερο μέρος του οικοδομικού συγκροτήματος του Ασκληπιείου. Το 1986 η Αρχαιολογική Εταιρεία ανέθεσε στον καθηγητή Πέτρο Θέμελη τη διεύθυνση των ανασκαφών της αρχαίας Μεσσήνης. Οι ανασκαφικές έρευνες με παράλληλες εργασίες στερέωσης και αναστύλωσης των μνημείων συνεχίζονται από το 1987 ως σήμερα με ταχύτερους προοδευτικά ρυθμούς. Έχουν φέρει στο φως όλα τα δημόσια και ιερά οικοδομήματα της πόλης που είδε και περιέγραψε ο Παυσανίας στη Mεσσήνη, όταν την επισκέφθηκε στα χρόνια του αυτοκράτορα Aντωνίνου Πίου (155-160 μ.X).
Ένα μικρό διώροφο μουσείο στις δυτικές παρυφές του χωριού Mαυρομάτι, σε οικόπεδο που δώρησε στην Aρχαιολογική Eταιρεία ο ομογενής Δ. Λατζούνης, στεγάζει τα ευρήματα. Στον όροφο περιλαμβάνει τρεις αίθουσες έκθεσης και εξώστη, ενώ στο ισόγειο βρίσκονται οι αποθηκευτικοί χώροι. Aρχιτεκτονικά μέλη και ενεπίγραφα βάθρα έχουν εκτεθεί στο αίθριο του μουσείου και στα υπόστεγα Η αρχαιολογική σκαπάνη του καθηγητή Κου Πέτρου Θέμελη, φέρνει σιγά-σιγά στο φως την σημαντικότερη Ελληνική πολιτεία των κλασσικών χρόνων. Την πόλη με το παγκοσμίου αναγνώρισης πολιτιστικό μεγαλείο.
H Αρχαιολογική Εταιρεία άρχισε συστηματικές ανασκαφικές έρευνες στην αρχαία Μεσσήνη το 1895 με τον Σάμιο αρχαιολόγο και μετέπειτα πολιτικό Θεμιστοκλή Σοφούλη. Οι ανασκαφές συνεχίστηκαν το 1909 και το 1925 από τον Γεώργιο Οικονόμο. Το 1957 ανέλαβε τις ανασκαφές στην αρχαία Μεσσήνη ο τότε γραμματέας της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αναστάσιος Ορλάνδος, που εργάστηκε ως το 1974. Το 1986 το Συμβούλιο της Αρχαιολογικής Εταιρείας ανέθεσε στον καθηγητή Πέτρο Θέμελη τη διεύθυνση των ανασκαφών της αρχαίας Μεσσήνης. Οι ανασκαφικές έρευνες με παράλληλες εργασίες στερέωσης και αναστήλωσης των μνημείων συνεχίζονται από το 1987 ως σήμερα με ταχύτερους προοδευτικά ρυθμούς. Έχουν φέρει στο φως όλα τα δημόσια και ιερά οικοδομήματα της πόλης που είδε και περιέγραψε ο Παυσανίας στη Μεσσήνη, όταν την επισκέφθηκε στα χρόνια του αυτοκράτορα Aντωνίνου του Ευσεβούς (155-160 μ.X.).
ΠΩΣ ΝΑ ΦΤΑΣΕΤΕ Η Αρχαία Μεσσήνη βρίσκεται 30 χιλιόμετρα Β.Δ της Καλαμάτας και 20 χιλιόμετρα βόρεια της πόλης της Μεσσήνης. Φτάνει κανείς εκεί οδικώς από Αθήνα ακολουθώντας την οδική αρτηρία Κορίνθου - Τριπόλεως - Μεγαλοπόλεως - Καλαμάτας (στο ύψος των Τσουκαλέϊκων, δεξιά προς Βαλύρα) ή την οδική αρτηρία Κορίνθου - Πάτρας - Πύργου - Κυπαρισσίας - Μελιγαλά. Από την Ολυμπία απαιτεί διαδρομή με αυτοκίνητο μιας περίπου ώρας.
Ώρες λειτουργίας (1/1/2009 – 31/3/2010): 08:30 – 15:00
Μαυρομάτι Ιθώμης, Τ.Κ. 24002, Μελιγαλάς (Νομός Μεσσηνίας) Τηλέφωνο: +30 27240 51201
|